Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Ο Γιάννης Λειβαδάς και η τέχνη της γραφής του




Χρήστο Παρίδη

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής. Μελετάει και μεταφράζει τους σπουδαίους Αμερικανούς της γενιάς των μπιτ, αλλά και ποίηση της Απω Ανατολής, εργάζεται για τη διάδοσή τους μέσα από το blog του, γράφει και δημοσιεύει ακατάπαυστα τη δική του ποιητική εργασία. Η τελευταία του συλλογή έχει τίτλο «Ατη / Σκόρπια ποιήματα 2001-2009» (Κέδρος). Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε μιλάει για τη σχέση του με την τέχνη του και τους ποιητές.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ: Είναι ιδιότητα να είναι κανείς ποιητής; Δηλαδή, είναι κάτι άλλο από το να υπηρετείς το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος; Είναι περισσότερο στάση και άποψη ζωής;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Πρόκειται για μια φυσικότητα. Εάν βέβαια ακριβολογούμε και δεν διατεινόμαστε απλώς σε σχέση με κάτι το οποίο απλώς ποθούμε ή εντάσσουμε αυθαίρετα στον προσωπικό μας κόσμο, με σκοπό να καταφέρουμε να υπάρξουμε κάπως· διότι στην πραγματικότητα μοιάζει να μην υπάρχουμε και τόσο.

Είναι πράγματι μια στάση ζωής, αλλά καθετί μπορεί να είναι στάση ζωής. Συνεπώς μιλάμε για κάτι διαφορετικό. Για παράδειγμα, εδώ, σε αυτήν τη θέση του συνεντευξιαζόμενου θα μπορούσε να βρίσκεται κάποιος άλλος, αυτό δεν θα ήταν διόλου περίεργο. Το να είχε δημιουργήσει όμως τα ποιήματα που δημιούργησα, αυτό θα ήταν κάτι παραπάνω από αδιανόητο. Αυτή η φυσικότητα για την οποία κάνω λόγο αναδεικνύει δίχως να αναδεικνύεται, έχω μιλήσει επανειλημμένα γι' αυτό, μα δεν είναι κακό να το επαναλάβω άλλη μία φορά. Ολο αυτό το φαινόμενο, της τέχνης της γραφής δηλαδή, ισχύει απολύτως τουλάχιστον υπό δύο έννοιες, ποτέ υπό μία.

Χ.Π.: Εχετε μεταφράσει ποιητές, όπως ο Κέρουακ, ο Γκίνσμπεργκ, ο Μπέριμαν και ο Μπουκόβσκι. Ποιητές που σμίλεψαν τα νοήματα με τις λέξεις, άνθρωποι με πάθη που -ενδεχομένως- να βρήκαν «καταφύγιο» στον γραπτό λόγο. Σας ενδιαφέρουν πιο πολύ ως οντότητες που έγραψαν ποίηση ή ως γνήσιοι ποιητές, και σε ποιο βαθμό νιώθετε ότι σας επηρέασαν;

Γ.Λ.: Ναι, τα πάθη αποτελούν σημαντικό μέρος τού Είναι. Μα από μόνα τους δεν σημαίνουν υποχρεωτικά κάτι. Τα πάθη ενός σημαντικού ανθρώπου αποκτούν άλλο νόημα και άλλες σηματοδοτήσεις. Τα πάθη ενός ανθρώπου που σέρνει απλώς το υπόλοιπο μιας ζωής δεν έχουν δα και τόση σημασία για κανέναν ούτε καν για τον ίδιο.

Σημαντικοί ήταν και αυτοί που αναφέρετε. Αυτό που ενδιαφέρει πάντοτε είναι η ποίηση· κάποιες φορές οι προσωπικότητες καθίστανται εξίσου ενδιαφέρουσες με τα κείμενα, κάποιες άλλες φορές αυτό δεν συμβαίνει. Δεν έχει πάντως και τόση σημασία αυτό. Ούτως ή άλλως κάθε άλλη ιδιότητα λειτουργεί στη σκιά της ποιητικής. Οι ποιητές, αν δεν είναι γνήσιοι, δεν είναι τίποτα. Βλέπει κανείς τι συμβαίνει στις λίστες των εκδόσεων, στο Διαδίκτυο, στην καθημερινότητα. Οσοι προαναφέρατε, μα και αρκετοί άλλοι, με επηρέασαν σοβαρά σε ένα πράγμα: στο να μη γράφω όπως αυτοί και στην τεράστια προσφορά όλων εκείνων των κορυφαίων λαθών που έκαναν, ώστε να με αναγκάσουν να κάνω άλλα λάθη, ακόμη πιο σημαντικά, πιο επικίνδυνα, ακόμη πιο διεισδυτικά στην τέχνη της γραφής.

Χ.Π.: Μια και αναφέρεστε σε «κορυφαία» και «σημαντικά» λάθη, θα συμφωνούσατε ότι η ποίηση είναι μια άσκηση του λόγου που προσπαθεί να εκφράσει την αγωνία μας ή πρόκειται για μια μορφή τέχνης που συμπυκνώνει μέσα στους στίχους όλη την ανθρώπινη εμπειρία;

Γ.Λ.: Η ποίηση είναι πράγματι άσκηση, πείραμα, γιατί κατά κύριο λόγο είναι υπαρξιακή επίδοση. Δεν εκφράζει αποκλειστικά κάποια αγωνία, παρ' ότι η αγωνία ανήκει στην ανθρώπινη εμπειρία, όπως το λέτε. Στην ποίηση εκφράζεται η ανθρώπινη εμπειρία κατά ύψος και κατά βάθος. Επί χρόνου και θανάτου. Αρκεί να μην ξεχνάμε πως αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη εμπειρία είναι ένας τεράστιος πλούτος. Ο πλούτος αυτός καταγράφεται με δημιουργικό τρόπο και αφορά κάθε σπιθαμή της ανθρώπινης συνθήκης. Η ποίηση, τουλάχιστον για μένα, είναι ο πιο βαθύς στοχασμός, εκείνος που κατεργάζεται όλες τις πτυχές και όλες τις δυνατότητες. Κάτι σαν χιούμορ του ανέφικτου.

Χ.Π.: Τι αποτελεί για σας ερέθισμα για να γράψετε ένα ποίημα; Μια εικόνα, κάποιες λέξεις ή κάποια συναισθήματα;

Γ.Λ.: Η πνευματική και σωματική διέγερση από οτιδήποτε έχει τη δύναμη να με προκαλέσει. Στην πραγματικότητα όλη η ζωή, σχεδόν σε κάθε της έκφανση. Η ποιητική συνθήκη είναι αστείρευτη και αχαλίνωτη.

Χ.Π.: Υπάρχει μια συνέχεια στην παράδοση της ελληνικής ποίησης που εσείς μάλλον απορρίπτετε όσον αφορά κάποιους «μεγάλους» έλληνες ποιητές. Πού βρίσκετε πιο ώριμη την ελληνική γραμματεία, ποια περίοδο της γλώσσας μας, της λυρικής και αφηγηματικής της παράδοσης σας δίδαξε τον δημιουργικό λόγο;

Γ.Λ.: Την καλύτερη και πιο εμπεριστατωμένη απάντηση στο ερώτημά σας αποτελούν τα δύο δοκίμια που πολύ πρόσφατα δημοσίευσα στο τέταρτο τεύχος της λογοτεχνικής επιθεώρησης Κουκούτσι, είναι όμως τόσο εκτεταμένα που δεν καθίσταται δυνατό να βοηθήσουν σ' αυτήν την περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, σημασία έχει η όποια απόρριψη ή αποδοχή να εξασφαλίζεται από κάποιες συγκεκριμένες και οπωσδήποτε υλοποιημένες ιδέες. Ειδάλλως δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα. Η ελληνική ποίηση θεωρώ ότι δεν τα κατάφερε πολλές φορές ή τέλος πάντων δεν τα κατάφερε στον βαθμό που το υποστηρίζει μια μερίδα σχολιαστών. Εχω διατρέξει ουσιαστικά όλη την πορεία της ελληνικής ποίησης από την αρχαιότητα έως σήμερα. Για μένα, απόλυτη εξασφάλιση εξακολουθεί να αποτελεί ο Ομηρος.

Χ.Π.: Δεν υπάρχει κανείς που να αποτελεί συνειδητή επιρροή στη δική σας ποίηση; Εχετε αποκηρύξει ποιήματα σας, της νεότερης περιόδου ίσως, έχετε αποπειραθεί να «ξαναγράψετε» παλαιότερά σας ποιήματα;

Γ.Λ.: Η επιρροή του Ομήρου ήταν οπωσδήποτε καταλυτική. Ο Ομηρος μού δίδαξε την εποπτεία και η εποπτεία αποτελεί το άλφα και το ωμέγα της ποίησης. Ποιήματά μου, ναι, έχω αποκηρύξει και κατέληξαν στον κάλαθο των αχρήστων. Ο,τι έγραψα όμως το έγραψα, ποτέ δεν επανήλθα και ποτέ δεν χρειάστηκε να ξαναδουλέψω κάποιο παλαιότερο ποίημα. Η ζωή μου ήταν ανέκαθεν ιδιαίτερα έντονη, διανύω αλλεπάλληλες περιόδους που είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Το μόνο κοινό που έχουν είναι πως όλες τους συνιστούν την πορεία μου ώς το νεκροκρέβατο. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο προχωρεί και η τέχνη μου. Οπως δεν πισωγυρίζω στη ζωή, δεν πισωγυρίζω και στην ποίηση.

Χ.Π.: Ποια θα λέγατε ότι είναι η ιδανική συνθήκη ανάγνωσης ποιημάτων; Σε απόλυτη απομόνωση ή απαγγελία ανάμεσα σε μυημένους, όπως γινόταν κάποτε; Συμφωνείτε με τη μελοποίηση ποιημάτων;

Γ.Λ.: Εχω σταματήσει να απαγγέλλω εδώ και λίγα χρόνια και απ' ό,τι φαίνεται δεν πιστεύω πως θα απαγγείλω ξανά σύντομα. Αυτό που ονομάζεται ευρύτερα μελοποίηση έχει καταστρέψει πολλούς, σε άλλους έχει προσφέρει μιαν αναγνώριση, η οποία δεν αναλογεί στην ποιότητα των κειμένων. Πέραν αυτού, η παιδεία μου κινείται σε μουσικά επίπεδα που δεν τυγχάνουν ιδιαίτερης αποδοχής και αναγνώρισης. Αλλά και αλλιώς να είχαν τα πράγματα, δεν είμαι φίλος της μελοποίησης. Μια παράλληλη παρουσίαση κειμένων με μουσική θα μπορούσε ίσως να έχει κάποιο ενδιαφέρον. Πιο συγκεκριμένα πάντως, δεν υπάρχει την παρούσα στιγμή κάποιος τρόπος απαγγελίας των ποιημάτων μου, θα πρέπει εγώ, ή κάποιος άλλος να τον εφεύρει. Αυτό έχει να κάνει ώς έναν βαθμό με το γεγονός πως δεν υπάρχουν εύκαιροι όροι που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν για την ερμηνεία των ποιημάτων μου. Χρειάζεται να περάσει αρκετός χρόνος και για τα δύο.

Χ.Π.: Η ποίηση γράφεται από περιπτώσεις ανθρώπων με απόθεμα καημού ή από ελιτιστές της μεγάλης λογοτεχνίας;

Γ.Λ.: Εχω διαβάσει παραπάνω από τρεις χιλιάδες βιβλία και δεν γνωρίζω ελιτιστές κάποιας μεγάλης λογοτεχνίας. Και δεν πιστεύω πως η ποίηση συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με αποθέματα καημού. Η ποίηση γεννιέται ξεκάθαρα. Ακριβώς γι' αυτό οι ποιητές είναι πολύ λιγότεροι απ' ό,τι νομίζουμε. Είναι όμως υπεραρκετοί. Καταφέρνουν τα πάντα.

Το μπλογκ του κ. Γιάννη Λειβαδά είναι www.livadas.blogspot.com

ΠΗΓΗ:http://www.enet.gr

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Μπητ γενιά









Ο όρος μπητ (beat) σημαίνει κυριολεκτικά το ρυθμό ή το κτύπημα. Ως περιγραφικός όρος της γενιάς των Μπητ εισήχθη από τον Τζακ Κέρουακ περίπου το 1948 όταν θέλησε να περιγράψει τον κοινωνικό και καλλιτεχνικό του περίγυρο στο μυθιστοριογράφο John Clellon Holmes και με αυτό τον τρόπο δήλωνε επιπλέον τις έννοιες κουρασμένος, χτυπημένος, νικημένος ή ακόμα μακάριος (beatific).

Ο όρος συνδέεται ακόμα και με το ρυθμό της τζαζ μουσικής.
Πολύ συχνά χρησιμοποιείται ενναλακτικά και ο όρος μπίτνικ ή μπήτνικ, ο οποίος όμως είναι μεταγενέστερος. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Herb Caen της εφημερίδας San Francisco Chronicle το 1958 και προέρχεται πιθανότατα από το όνομα του ρωσικού δορυφόρου Sputnik.

Ο όρος αυτος πολύ σύντομα καθιερώθηκε και —χωρίς να εκφράζει αποκλειστικά την γενιά μπιτ— συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με το στερεότυπο, του αριστερού, αντιεξουσιαστή ή επαναστάτη, αναρχικού και συχνά αντικοινωνικού και μη συμβατικού στοιχείου.
Όπως και πολλά ακόμα λογοτεχνικά ή καλλιτεχνικά ρεύματα, η γενιά των Μπητ είχε ως αφετηρία μια ολιγομελή ομάδα λογοτεχνών που συνδέονταν φιλικά μεταξύ τους.

Ο κεντρικός πυρήνας των μπήτνικς περιλάμβανε τον συγγραφέα Τζακ Κέρουακ, τον ποιητή Άλλεν Γκίνσμπεργκ και τον Ουίλιαμ Μπάροουζ, οι οποίοι γνωρίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1940 στην περιοχή του Μανχάταν και με επίκεντρο το πανεπιστήμιο Columbia.

Σταδιακά προστέθηκαν και άλλες μονάδες, όπως οι ποιητές Gary Snyder, Michael McClure και Gregory Corso και o συγγραφέας και εκδότης Lawrence Ferlinghetti, ειδικότερα με την μετακίνηση της ομάδας στην περιοχή του San Francisco.

Κεντρικό ρόλο στην εξάπλωση της μπητ λογοτεχνίας διαδραμάτισαν δύο σημαντικά έργα, το μυθιστόρημα Στο Δρόμο (On the road, 1951) του Κέρουακ και το ποίημα Ουρλιαχτό (Howl, 1955) του Γκίνσμπεργκ, που αποτελούν έως σήμερα τα πλέον δημοφιλή δείγματα της μπητ λογοτεχνίας. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση του Ουρλιαχτού ο Γκίνσμπεργκ οργάνωσε μια βραδιά ανάγνωσης ποίησης, στις 7 Οκτωβρίου του 1955, στη Γκαλερί 6 στο Σαν Φρανσίσκο.

Η ανάγνωση είχε τον τίτλο "Έξι ποιητές στη Γκαλερί 6" και αποτέλεσε τον καταλύτη που συγκέντρωσε το λογοτεχνικό ύφος της ανατολικής ακτής και των ποιητών των δυτικών ακτών της Αμερικής. Ο Michael McClure, ο οποίος παρευρίσκετο στην ανάγνωση ποίησης γράφει χαρακτηριστικά:

"150 άνθρωποι στο ακροατήριο εκείνη τη νύχτα αποθέωσαν τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ καθώς έφθανε στον επίλογο του Ουρλιαχτού. Ο καθένας ήξερε ότι ένα ανθρώπινο εμπόδιο είχε σπάσει και ότι μια ανθρώπινα φωνή και ένα σώμα είχε εκσφενδονιστεί ενάντια στο σκληρό τοίχο της Αμερικής και όλων των στρατών, ναυτικών, ακαδημιών και άλλων οργάνων."

Ο εκδότης Λώρενς Φερλινγκέττι, ο οποίος παρευρέθηκε στην εκδήλωση, έστειλε στον Άλλεν Γκίνσμπεργκ ένα τηλεγράφημα στο οποίο του δήλωνε την προσφορά του να δημοσιεύσει την ποίησή του, στον εκδοτικό του οίκο City Lights.

Το Ουρλιαχτό πολύ σύντομα απαγορεύτηκε ως άσεμνο, αλλά έπειτα από μια σειρά δικών επετράπη τελικά η δημοσίευσή του. Η δημοσιότητα που συγκέντρωσαν οι δικαστικές διαμάχες συντέλεσαν καθοριστικά στην εξάπλωση του έργου και της μπητ λογοτεχνίας γενικότερα. Ο εκδοτικός οίκος City Lights δημοσίευσε έκτοτε πολλά έργα μπητ λογοτεχνών και αποτέλεσε σε ένα βαθμό σύμβολο της μπητ λογοτεχνικής παραγωγής.

Η Μπητ γενιά θεωρείται πως δεν έδωσε απλά ένα νέο ύφος στην αμερικανική λογοτεχνία αλλά προκάλεσε μια γενικότερη εξέγερση ενάντια στις κοινωνικές συμβάσεις της συντηρητικής κοινωνίας της δεκαετίας του '50. Αξίζει να σημειωθεί πως την εποχή εκείνη κυριαρχεί στην κοινωνική ζωή η έννοια του αμερικανικού ονείρου. Η απόκτηση υλικών αγαθών έχει αναχθεί σε απόλυτο ιδανικό ενώ παράλληλα το ψυχροπολεμικό κλίμα ευνοεί την καταδίκη κάθε μη συμβατικής συμπεριφοράς.

Οι μπήτνικς έδρασαν μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα και αντέδρασαν μέσω της λογοτεχνίας ή της ποίησης ενάντια στον κονφορμισμό και την αλλοτρίωση της αμερικανικής κοινωνίας. Οι τρόποι ζωής που η ομάδα των μπητ συγγραφέων υιοθέτησε ήταν αντίθετοι προς τη χαρακτηριστική οικογενειακή ζωή της δεκαετίας του '50 ενώ αρκετοί από αυτούς πειραματίστηκαν με ψυχοτρόπες ουσίες, κυρίως παραισθησιογόνα, αποτυπώνοντας παράλληλα τις εμπειρίες τους στα έργα τους. Αρκετοί συγγραφείς ήρθαν σε επαφή και με τις Ανατολικές θρησκείες και ιδιαίτερα τον ζεν βουδισμό. Πολλοί ακόμα προέβαλαν στα έργα τους οικολογικά μηνύματα, όπως ο Gary Snyder ή ο Michael McClure.

Περισσότερο "συντηρητικοί" ποιητές και κριτικοί δεν αποδέχονται την θετική επίδραση που είχε το ρεύμα των μπήτνικς στη λογοτεχνία ή την κοινωνική ζωή. Ο Norman Podhoretz, εκδότης της εφημερίδας Commentary, άσκησε έντονη κριτική περιγράφοντας το κίνημα της μπητ λογοτεχνίας ως "πρωτογονισμό, εχθρικό απέναντι στον πολιτισμό" καθώς και "επανάσταση των πνευματικά καθυστερημένων". Εξίσου χαρακτηριστικά, ο ποιητής George Barker γράφει σε κωμικό ύφος για τα έργα του Kerouac:

Now Jack, dear Jack
That ain't fair wages
For laboring through
Prose that takes ages
Just to announce
That Gods and Men
Ought to study
The Book of Zen.
If you really think
So low of the soul
Why don't you write
On a toilet roll?

Ωστόσο, παραμένει γεγονός, πως το κίνημα των μπήτνικς ως φαινόμενο, άσκησε γενικά σημαντική επιροή σε ολόκληρη τη Δυτική κουλτούρα, αμφισβητώντας τις παραδοσιακές ή συμβατικές αξίες. Η Μπητ ποίηση και λογοτεχνία, αποτελεί σήμερα μέρος των προγραμμάτων σπουδών αρκετών αμερικάνικων κολλεγίων. O Γκίνσμπεργκ αποτέλεσε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων, ενώ το 1986 έγινε επίτιμος καθηγητής φιλολογίας στο Brooklyn College.

Πριν από το θάνατό του, ο Κέρουακ αναγνωρίστηκε επίσης για το πειραματικό ύφος της πεζογραφίας του ενώ συγκαταλέγετα από πολλούς στους μείζονες αμερικανούς συγγραφείς.

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη

Ο Στρατιώτης - Ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου
Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου
Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω


Το Πρωί και το Βράδυ

Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ' το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί
έξω στο δρόμο
περνάει
τ' αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σωφέρ
ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει
και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ό,τι δεν είδες το πρωί
το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι
ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος


Εκτοπλάσματα

Μέσα στον τάφο μου
Περπατώ ταραγμένος
τ' απάνω κάτω
τ' απάνω κάτω
ακούω τα πράγματα τριγύρω
να ουρλιάζουν
ιδέες-αυτοκίνητα
αυτοκίνητα-ιδέες
ανθρώποι περνάνε
μιλούνε, γελάνε
για μένα
λένε αλήθειες
λένε ψευτιές
για μένα, για μένα!
-Μή, τους φωνάζω
μη μιλάτε
για τις νεκρές αγάπες μου
θα ξυπνήσουν
θα σας βγάλουν τα μάτια!


Ο Νεκρός τις Γιορτές

Εδώ και πολλά χρόνια
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου
δε θέλει δώρα
δε θέλει χρήματα
πάγο και χρόνια
χιόνια και πάγο
σκισμένα ρούχα
αχνά παπούτσια
ο χρυσός νεκρός
θα βγει έξω
δεν τον γνωρίζει κανένας
τον αλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενείο
να πιει τον καφέ του
κι ύστερα πάλι
σε λίγες μέρες
ήσυχα θα πεθάνει
(ο νεκρός)
όταν έρθει ο χρόνος
κι όλες οι ρόδες
κόκκινες όπως πρώτα
θα γυρίζουν πάλι.


Ησυχάστε

Πρωί πρωί καθώς έβγαινα από το σπίτι μου,
είδα το αγγελτήριο του θανάτου μου.
«Τον αγαπημένο μας φίλο...» έγραφε.
Ώστε λοιπόν δεν είχα συγγενείς.
Πήρα γρήγορα ένα ταξί κι ανέβηκα στην Κηφισιά.
Σ' όλο τον δρόμο υπήρχαν τεράστια πανώ που γράφαν:
«ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ», «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ».
Στην Κηφισιά είχα ραντεβού με τον Διάβολο.
Καθοταν σ' ένα καφενείο και με μια μαύρη βούρτσα
βούρτσιζε τα ρούχα του.
-Εντάξει, μου είπε, είναι όλα κανονισμένα.
-Σας εξασφαλίσαμε ακόμα και νερό.
-Ησυχάστε
-Ησυχάστε
-Ησυχάστε


Το Επεισόδιο

Ξάφνου μια ομάδα μαύρων σκύλων
όρμησε πάνω στη σκηνή.
-Αυτό δεν το 'χαμε προβλέψει, ούρλιαξε
πανικόβλητος ο θεατρίνος.




Μίλτος Σαχτούρης
1919 – 2005


Σημαντικός νεοέλληνας ποιητής. Εντάσσεται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, που διαδέχθηκε τους νεωτερικούς ποιητές του μεσοπολέμου.

Με καταγωγή από την Ύδρα, γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1919 στην Αθήνα και ήταν δισέγγονος του ναυάρχου του '21 καπετάν Γιώργη Σαχτούρη. Το 1937 εγγράφηκε με προτροπή του πατέρα του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά μετά το θάνατό του την εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι στην ποίηση. Δεν άσκησε ποτέ του κανένα βιοποριστικό επάγγελμα και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που δεν απόκτησε οικογένεια. Οι γονείς δίσταζαν να δώσουν το χέρι της κόρης τους στον γαμπρό Μιλτιάδη Σαχτούρη. «Όχι, γιατί ποιητής δεν είναι επάγγελμα» του έλεγαν και του έκλειναν την πόρτα.

Το 1943 γνωρίστηκε με τον Nίκο Eγγονόπουλο, μια συνάντηση που στάθηκε καθοριστική για τον ποιητή Σαχτούρη. Τον επόμενο χρόνο εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με ποίημά του στο περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα». Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Τα Νέα Ελληνικά», «Τραμ», «Το Δέντρο», «Η Λέξη» και «Νέα Εστία».

Το έργο του καθαρά ποιητικό και έχει κυκλοφορήσει στις συλλογές: «Οι Λησμονημένοι» (1945), «Παραλογαίς» (1948), «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), «Όταν σας μιλώ» (1956), «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο» (1958), «Ο περίπατος» (1960), «Τα στίγματα» (1962), «Σφραγίδα ή όγδοη Σελήνη» (1964), «Το σκεύος» (1971), «Ποιήματα 1945-1971», «Χρωμοτραύματα» (1980), «Εκτοπλάσματα» (1986), «Καταβύθιση» (1990), «Εκτοτε» (1996) και «Ανάποδα γύρισαν τα ρολόγια» (1998).

Τιμήθηκε με τρία βραβεία: Το 1956 με το Α' Βραβείο του διαγωνισμού «Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές» της RAI για τη συλλογή του «Όταν σας μιλώ», το 1962 με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Τα Στίγματα» και το 1987 με το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του «Εκτοπλάσματα».

Ο Σαχτούρης είναι ποιητής του κλειστού χώρου, αντιηρωικός, εκφραστής και απολογητής της κατακερματισμένης και καθημαγμένης ανθρώπινης ύπαρξης. Απορρίπτει την παραδοσιακή γραφή και στρέφεται στον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό. Διαφοροποιείται από τους σύγχρονους ομοτέχνους του, επειδή οικοδομεί το έργο του με εφιαλτικές εικόνες και σύμβολα, που πλησιάζουν περισσότερο τον εξπρεσιονισμό.

Υπερτονίζει το παράλογο, ενώ από τον Υπερρεαλισμό από τον οποίον ξεκίνησε, κρατά τη φαντασία και την παραίσθηση, όχι όμως και τη συνειρμική εκφορά του λόγου. Είναι ποιητής του ατομικού άγχους, αλλά μέσα στο έργο του είναι διάσπαρτος ο απόηχος του άγχους μιας ολόκληρης εποχής. Κι όμως, η ποίησή του δεν είναι απαισιόδοξη. Ο δημιουργός της ομολογεί «Πάντα θα 'χουμε ανάγκη από ουρανό».

Έργα του έχουν μεταφραστεί στη γαλλική, αγγλική, ιταλική, γερμανική, πολωνική και βουλγαρική. Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τους Μάνο Χατζιδάκι, Αργύρη Κουνάδη, Γιάννη Σπανό, Κυριάκο Σφέτσα και Νίκο Ξυδάκη.

Ο Μίλτος Σαχτούρης έφυγε από τη ζωή στις 29 Μαρτίου του 2005.

Εργογραφία

Ποιήματα 1945 - 1971 («Κέδρος»)
Ποιήματα 1980 - 1998 («Κέδρος»)

Δισκογραφία

O Mίλτος Σαχτούρης διαβάζει Σαχτούρη (Διόνυσος 1977)